Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση

Οικολογική Ενημέρωση

Email (*) Invalid Input Όνομα (*) Invalid Input Επώνυμο Invalid Input

Δεντροφυτεύσεις

Φυτέψαμε:

countdown_02 countdown_04 countdown_01 countdown_06

Στόχος: 8960

perisotera

Home Πολιτικές Θέσεις ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Επίσημες Θέσεις Κινήματος - Κυπριακό
Προτάσεις για ενότητα σε συμφωνημένη αγωνιστική βάση

1) Εισαγωγή

Η ενότητα είναι απαραίτητη πάντα. Όσον αφορά όμως ιδιαίτερα την παρούσα φάση είναι προφανές ότι οφείλουμε δυστυχώς να πείσουμε τη διεθνή κοινότητα ότι έχουμε τη βούληση να προχωρήσουμε σε λύση του Κυπριακού, και για να το πετύχουμε απαιτείται η παρουσίαση ενός κατά το δυνατόν συμπαγούς εσωτερικού μετώπου.

Δυστυχώς, παρά τις συνεπείς (έστω και αμφιλεγόμενες στο εσωτερικό) κινήσεις του Προέδρου Χριστόφια, οι οποίες στην αρχή δημιούργησαν ένα καλό κλίμα και βελτίωσαν την εικόνα που κακώς και αδίκως είχε δημιουργηθεί από την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, σήμερα βρισκόμαστε και πάλιν υπό απειλή. Η προώθηση του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο και η απειλούμενη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης από το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ αφού κηρύξει αδιέξοδο στις συνομιλίες, είναι σαφείς ενέργειες των φίλων της Τουρκίας που προσπαθούν να μας σπρώξουν προς νέες υποχωρήσεις. Γι' αυτό χωρίς πανικό και ατολμία οφείλουμε να εξετάσουμε ψύχραιμα τα γεγονότα, τις προοπτικές, τις απειλές και τους κινδύνους και αναλόγως να κινηθούμε.

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ενορχηστρωμένη προσπάθεια πιέσεων προς την Κυπριακή Κυβέρνηση από την Τουρκία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη μέσω δηλώσεων, σε καθημερινή βάση, θέτοντας χρονοδιάγραμμα μέχρι το τέλος του έτους.

Οι κύριοι Μπαρόζο και Φούλε προωθούν επαναφορά του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο το Φθινόπωρο, επιμένοντας ότι η νομική του βάση είναι ορθή. Ήδη από την προκαταρτική ατζέντα της Επιτροπής Νομικών της Ευρωβουλής το θέμα φαίνεται ότι πιθανό να συζητηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου.

Από την άλλη, η Βελγική Προεδρία μας διαμηνύει μέσω του πρέσβη του Βελγίου στην Λευκωσία, ότι τον Νοέμβριο τα Ηνωμένα Έθνη «θα πουν τα πράγματα με το όνομα τους».

Το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών εκφράζει ικανοποίηση και χαιρετίζει τη δημόσια αναγνώριση εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας της μεγάλης σημασίας που έχει το ζήτημα της επίτευξης ενότητας στο εσωτερικό μέτωπο. Ο Πρόεδρος στην ομιλία του κατά την εκδήλωση καταδίκης του πραξικοπήματος στο Προεδρικό, αναγνώρισε επίσης την πρωτεύουσα δική του ευθύνη στο θέμα της ενότητας.

Όμως κατά την άποψη μας οφείλει να προχωρήσει πέραν των λόγων και των διακηρύξεων σε συγκεκριμένες ενέργειες προς την ορθή κατεύθυνση. Πρέπει να αναγνωρίσει επίσης ότι η ενότητα δεν είναι προσωποπαγής. Δεν μπορεί να ζητά στήριξη χωρίς διάλογο και συναίνεση. Οφείλει να επιδιώξει την ελάχιστη δυνατή συναίνεση σε μια βάση διεκδίκησης και αγώνα για τη δικαίωση του λαού μας. Σε αυτήν την προσπάθεια όλα τα κόμματα – και όσο μας αναλογεί και εμείς απ' την πλευρά μας – έχουμε υποχρέωση να συνεργαστούμε με καλή διάθεση και εποικοδομητικές προτάσεις.

2) Οι παράμετροι της ενότητας

Πρέπει να καθορίσουμε με σαφήνεια όμως με τον όρο «ενότητα», τι εννοούμε. Εμείς θεωρούμε ότι η ενότητα πρέπει να στηρίζεται σε ένα στέρεο υπόβαθρο αποφάσεων που να αντικατοπτρίζουν τη λαϊκή βούληση. Ενότητα της ηγεσίας χωρίς το λαό δεν λέει και πολλά πράγματα, ούτε μπορεί να βοηθήσει. Παραδείγματα υπάρχουν δυστυχώς πολλά στο παρελθόν. Ούτε μπορεί κάποιος να προσεγγίζει το θέμα της ενότητας μέσα από εκλογικές λογικές ή στη βάση των ποσοστών ή των αποτελεσμάτων εκλογών. Άλλωστε, τα περισσότερα θέματα που προκύπτουν και επί των οποίων καλούμαστε να αποφασίσουμε (π.χ. εκ περιτροπής προεδρία, διεθνής διάσκεψη κλπ), δεν τέθηκαν κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων ενώπιον του λαού για να αποφασίσει, εκτελώντας τον κυρίαρχο του ρόλο. Συνεπώς, όταν η ηγεσία αναζητεί την ενότητα, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και τις εκτιμήσεις που υπάρχουν μέσα στην κοινή γνώμη που εκπροσωπεί.

Είναι λοιπόν διαπιστωμένο ότι η κοινή γνώμη των Ελληνοκυπρίων απορρίπτει τις προτάσεις του Προέδρου Χριστόφια για εκ περιτροπής προεδρία και σταθμισμένη ψήφο. Δεν είναι αποτέλεσμα – όπως ακούμε να λέγεται από κάποιους – παραπλάνησης της κοινής γνώμης ή προϊόν ενορχηστρωμένης εκστρατείας από «διάφορα κέντρα αποφάσεων». Οι συγκεκριμένες προτάσεις είναι φανερό ότι δεν αντικατοπτρίζουν τους πόθους του λαού μας. Εμείς πιστεύουμε ότι πρώτιστο συστατικό της επιδιωκόμενης ενότητας είναι ο σεβασμός της άποψης της πλειοψηφίας και ο συχνωτισμός της ηγεσίας με τους πόθους και τα οράματα του λαού.

Ξέρουμε ότι σε κάποιους δεν αρέσει, αλλά επανερχόμαστε στην ανάγκη να επανεξεταστούν οι γενναιόδωρες προτάσεις του Προέδρου Χριστόφια και να αναζητηθεί ο προσφορότερος τρόπος για αποδέσμευση μας ή απαγκίστρωση από τις συγκεκριμένες προτάσεις. Άλλωστε είναι αμφίβολο αν ο Έρογλου συμφωνεί με τις προτάσεις Χριστόφια (στον ίδιο βαθμό που συμφωνούσε ο προκάτοχος του). Ίσως υπ' αυτή την έννοια ο Έρογλου να διευκολύνεται να μην συζητά το κεφάλαιο της διακυβέρνησης (όπου πρέπει να ξεκαθαρίσει λεπτομερώς εάν και με τί συμφωνεί) και αντ' αυτού να συζητεί το περιουσιακό επί του οποίου υπήρχε εξ' αρχής διαφωνία (και επί Ταλάτ).

Συνεπώς, όσον αφορά το ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας, το οποίο αποτελεί και θέμα έντονων διαφωνιών στο Εθνικό Συμβούλιο, προτείνουμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να συγκαλέσει για πρώτη φορά την υποεπιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου για τα θέματα διακυβέρνησης, καθώς και τους διακεκριμένους Κύπριους νομικούς και συνταγματολόγους, που ασχολήθηκαν σε βάθος με την απόφαση του ΕΔΑΔ, που αφορούσε την περίπτωση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Έτσι θα γίνει επιτέλους ένας διάλογος, θα ακουστούν απόψεις και εισηγήσεις εάν (και με ποιο τρόπο) μπορεί να επιχειρηθεί η απαγκίστρωση από την πρόταση αυτή, η οποία εδώ και καιρό ροκανίζει την ενότητα στο εσωτερικό μέτωπο. Πιστεύουμε ότι εάν ο Πρόεδρος επιτρέψει να διεξαχθεί ένας επιστημονικός και πολιτικός σοβαρός διάλογος για το θέμα αυτό, η κατάσταση έντασης θα εκτονωθεί και θα μας επιτρέψει να λειτουργήσουμε με αρμονία μεταξύ μας αλλά και με το λαό (για το θέμα των εποίκων υπάρχει αναφορά πιο κάτω).

Η συζήτηση στην υποεπιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου των προτάσεων που κατατέθηκαν στο κεφάλαιο διακυβέρνηση και η εξέταση τρόπων απεγκλωβισμού από προτάσεις που συναντούν τη λαϊκή αποστροφή είναι εκ των ουκ άνευ για την επίτευξη της ποθούμενης ενότητας.

Σε αυτό το σημείο επιτρέψτε μας να εγείρουμε ένα θέμα αλληλοσεβασμού. Η εισήγηση μας δεν στοχεύει να ποδηγετήσει τον Πρόεδρο, ούτε να τον εξευτελίσει ενώπιον των συνομιλητών του ή της διεθνούς κοινότητας. Η συζήτηση και μελέτη κάποιας εισήγησης δεν συνεπάγεται την αποδοχή της. Ο Πρόεδρος θα μπορεί να αποδεχθεί ή απορρίψει τις εισηγήσεις της υποεπιτροπής, αλλά θα έχει ενώπιον του επιτέλους συγκεκριμένες προτάσεις και όχι απλά μια άρνηση.

Από την άλλη όμως, απαιτείται να υπάρχει ο απαιτούμενος σεβασμός των μελών του Εθνικού Συμβουλίου από τον Πρόεδρο. Δεν είναι δυνατόν να αμφισβητείται δημόσια το δικαίωμα του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών να καταθέτει προτάσεις στο Εθνικό Συμβούλιο, επειδή αυτές δεν είναι της αρεσκείας του Προέδρου ή οποιουδήποτε άλλου. Αυτό ισχύει για όλα τα μέρη. Για να υπάρξει ενότητα πρέπει να υπάρξει αλληλοσεβασμός.

Μέσα στα πλαίσια αυτά δεν μπορεί παρά να σημειωθεί με δυσαρέσκεια ότι ο Πρόεδρος σε κάποιες περιπτώσεις προκαταλαμβάνει το Εθνικό Συμβούλιο κατά τρόπο προκλητικό. Για παράδειγμα σήμερα, έχουμε κληθεί σε μια συνεδρία με στόχο την ενότητα, ενώ ο Πρόεδρος έχει ήδη εξαγγείλει δημόσια πριν από τρεις σχεδόν βδομάδες το γνωστό τρίπτυχο προτάσεων. Τι αναμένεται από εμάς σήμερα; Να συμφωνήσουμε εκ των υστέρων για να επιτευχθεί η ενότητα; Με ποια άραγε διάθεση μπορούμε να προβούμε στην αναγκαία και χρήσιμη κριτική στις προτάσεις του Προέδρου, όταν επικρέμεται ως απειλή ότι κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε ως το «μαύρο πρόβατο»;

Επειδή ιστορικά είχαμε την εμπειρία της τήρησης διαφορετικής πορείας από την πλειοψηφία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2002, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2004) και αισθανόμαστε ότι δικαιωθήκαμε από την εξέλιξη των γεγονότων, θα τολμήσουμε για άλλη μια φορά, με ειλικρίνεια, να αναλύσουμε την κριτική μας διαφωνία με τις προτάσεις του Προέδρου και να εξηγήσουμε γιατί δεν μπορούν – ως έχουν – να αποτελέσουν βάση για καθολική ενότητα.

3) Οι προτάσεις του Προέδρου

Εκτιμούμε ότι ο Πρόεδρος καλοπροαίρετα έχει καταθέσει το τρίπτυχο των προτάσεων του, σε μια προσπάθεια να προλάβει τις πιέσεις του Φθινοπώρου. Η προσπάθεια αυτή του Προέδρου έχει ήδη αντιμετωπιστεί θετικά από την Ελληνική Κυβέρνηση και την Ρωσία. Όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι πέραν αυτών οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι ή ενδιαφερόμενοι αντέδρασαν, είτε αρνητικά (Τούρκοι, Έρογλου), είτε ψυχρά (Βρετανία, Γερμανία, ΟΗΕ, Ευρωπαϊκή Ένωση). Η προσπάθεια για προώθηση των προτάσεων του Προέδρου βρίσκεται βεβαίως σε εξέλιξη, αλλά η δική μας εκτίμηση είναι ότι δεν έχουν πολλές πιθανότητες να γίνουν αποδεκτές ή να εξυπηρετήσουν τον σκοπό για τον οποίο έχουν κατατεθεί, δηλαδή να αποτρέψουν τις διαφαινόμενες αρνητικές εξελίξεις του Φθινοπώρου. Θα εξηγήσουμε γιατί, πιο κάτω, αφού αναλύσουμε τη δική μας άποψη για τις προτάσεις αυτές:

Πρόταση Α: Διεθνής Διάσκεψη

Η πρόταση αυτή ήταν όντως μια εισήγηση, που ιστορικά ανήκει στην εποχή του ψυχρού πολέμου. Στη δεκαετία του '80 προβλήθηκε ιδιαίτερα από τη Σοβιετική Ένωση και υποστηρίχθηκε με συνέπεια από το ΑΚΕΛ. Η πρόταση για διεθνή διάσκεψη, που θα έδινε λύσεις στα θέματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων, των βάσεων, των στρατευμάτων κλπ, προφανώς συνέφερε την τότε υπερδύναμη Σοβιετική Ένωση, δεν έτυχε όμως ποτέ της υποστήριξης της τότε Κυπριακής και Ελληνικής ηγεσίας. Είχε στόχο να απεγκλωβίσει το Κυπριακό από τα Νατοϊκά γρανάζια και να δώσει πιο ενεργό ρόλο στον άλλο σημαντικό (τότε) πόλο της διεθνούς πολιτικής. Ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι την εποχή εκείνη, το Κυπριακό βρισκόταν κάτω από την άμεση επιρροή των Αμερικανών (π.χ. Αμερικανοβρετανικοκαναδικό σχέδιο του 1979) και η Σοβιετική Ένωση αναζητούσε τρόπους να παρέμβει. Το γεγονός ότι παραδοσιακά η χώρα αυτή ήταν κατά το μάλλον ή ήττον φιλικά διακείμενη στις θέσεις της Κυπριακής Κυβέρνησης (η Κύπρος ανήκε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων), δεν κατέστη αρκετό ώστε η πρόταση αυτή να βρει ενθουσιώδη απήχηση σε Κύπρο και Ελλάδα.

Αντίθετα, το ΑΚΕΛ βρέθηκε (άδικα κατά την άποψη μας) τότε να κατηγορείται για προώθηση ανεδαφικών προτάσεων, έξω από το πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, που ούτως ή άλλως δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτές από την Τουρκική πλευρά.

Η σύντομη αυτή ιστορική και πολιτική ανάλυση είναι χρήσιμη για να μας βοηθήσει να εξετάσουμε προοπτικά την εισήγηση του Προέδρου Χριστόφια η οποία έρχεται δυστυχώς να απαντήσει προηγούμενη ανάλογη πρόταση του Ερντογάν. Δηλαδή, η πρόταση για διεθνή διάσκεψη δεν αποτελεί εισήγηση της Κυπριακής Κυβέρνησης, που προήλθε από την αρχή ως αποτέλεσμα ενός πρωτογενούς σχεδιασμού, αλλά είναι απότοκο μιας αντανακλαστικής αντίδρασης σε πρωτοβουλία της τουρκικής πλευράς (άρα ακολουθεί τα βήματα της Τουρκικής πρότασης σε μια προσπάθεια να την αλλοιώσει).

Καλό θα ήταν να εξετάσουμε από πού ξεκίνησε η Τουρκική πρόταση. Η αφετηρία της ήταν η πάγια πρόταση για πενταμερή διάσκεψη μεταξύ Βρετανίας, Τουρκίας, Ελλάδας, Ελληνοκυπριακής κοινότητας και Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Είναι γνωστό γιατί η Τουρκία έχει σε πρώτη ζήτηση αυτήν την εισήγηση και δεν είναι του παρόντος να εξηγηθούν οι λόγοι. Αρκεί κάποιος να αναλογιστεί τον αρνητικό ρόλο που έπαιξαν στην ιστορία του Κυπριακού τέτοιου είδους διασκέψεις (Λονδίνο 1959, Γενεύη 1974). Ορθώς η Κυπριακή Κυβέρνηση, ο Πρόεδρος Χριστόφιας και σύσσωμη η πολιτική ηγεσία απέρριψαν την τουρκική πρόταση για πενταμερή διάσκεψη. Κατά ανάλογο τρόπο φρονούμε ότι η πρόταση για διευρυμένες απευθείας διαπραγματεύσεις με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των τριών εγγυητριών δυνάμεων δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή.

Για να γίνει πιο κατανοητός ο κίνδυνος από τέτοιες προτάσεις αξίζει κάποιος να αναλογιστεί το βαθμό που μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων ο παράγοντας της Ελλάδας, σε αυτή ακριβώς την περίοδο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή οικονομική και πολιτική θέση. Η πολιτική της χαρακτηρίζεται από την αναγκαία εσωστρέφεια που επιβάλλουν οι συνθήκες και δεν έχει ούτε τις ελάχιστες δυνατότητες που είχε την εποχή των διαπραγματεύσεων για το σχέδιο Ανάν. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Η Κύπρος δεν έχει τίποτα να κερδίσει από τη διεύρυνση της συμμετοχής του παράγοντα της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις που είναι ο μόνος που θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Όσον αφορά τη Βρετανία, θεωρούμε ότι ο ρόλος της θα είναι να στηρίζει την Τουρκία. Άρα μόνο ΕΠΙΠΛΕΟΝ πίεση επί της Κυπριακής Κυβέρνησης μπορεί να περιμένει κανείς από τέτοιου είδους διεύρυνση.

Παραλλήλως και αναλόγως ισχύουν τα ίδια και για τις προτάσεις που ακούγονται για εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια πρόταση σε επίπεδο τεχνικό είναι επιθυμητή. Εκτιμούμε ότι θα αναγκάσει τους Τούρκους να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους μέσα στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Κάτι δηλαδή που ενισχύει τις θέσεις της Κυπριακής Κυβέρνησης σε ότι αφορά τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προσδοκίες του λαού μας, σε σχέση με τη λύση του Κυπριακού (ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση, επαγγελματική δραστηριότητα, επιστροφή προσφύγων κλπ). Επιπλέον, η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα τεχνικής φύσης, σε ότι αφορά τη σχέση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λειτουργία της σαν πλήρες (και χρήσιμο) μέλος της, αναγκάζει τους Τούρκους να συμμορφωθούν με ένα πλαίσιο που ενισχύει τη μία κυριαρχία, τη μία διεθνή προσωπικότητα και την ενότητα της χώρας. Υπ' αυτήν την έννοια, η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τεχνικό επίπεδο θα ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή στις ομάδες εργασίας που υποτίθεται ότι προετοίμασαν (και συνεχίζουν να υποστηρίζουν) τις απευθείας διαπραγματεύσεις. Κάτι τέτοιο δεν έγινε γιατί δεν το επέτρεψαν οι Τούρκοι (για τους πιο πάνω ευνόητους λόγους).

Αντίθετα, φαίνεται να μην είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να υιοθετήσουν την ούτω καλούμενη ισπανική πρόταση (η κυβέρνηση βάσιμα υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για ισπανική πρόταση αλλά για αναδίπλωση της πρότασης Ερντογάν), η οποία προνοεί συμμετοχή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια διεθνή διάσκεψη. Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πολιτικό επίπεδο στην επίλυση του Κυπριακού δεν φοβίζει την Άγκυρα, ιδιαίτερα εάν είναι σε καθορισμένα πλαίσια και δεν συνδυάζεται με τις Ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις (τέτοιο ικανοποιητικό για την Τουρκία πλαίσιο φαίνεται ότι είναι η Διεθνής ή Πολυμερής Διάσκεψη). Άλλωστε η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αποφασίσει ότι θέλει να έχει πολιτική παρέμβαση στο Κυπριακό σε τέτοιο καθοριστικό βαθμό. Η πάγια θέση των Ευρωπαίων ηγετών είναι ότι το Κυπριακό είναι ένα θέμα το οποίο βρίσκεται στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών και εκεί πρέπει να παραμείνει. Η Κυπριακή Κυβέρνηση ορθώς έχει διαβλέψει ότι η παραπέρα εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κυπριακό (πέραν των τεχνικών παραμέτρων της λύσης), εμπεριέχει κινδύνους αφού είναι κοινό μυστικό ότι την «κυπριακή πολιτική» της Ευρωπαϊκής Ένωσης την κατευθύνουν από το παρασκήνιο των Βρυξελών, οι Βρετανοί.

Προς άρση κάθε παρεξήγησης, όταν εμείς μιλούμε για Ευρωπαϊκή λύση του Κυπριακού δεν εννοούμε μια λύση που θα προέλθει από την πολιτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κυπριακό. Κάτι τέτοιο εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους. Η δική μας ερμηνεία στον όρο «Ευρωπαϊκή λύση στο Κυπριακό» αφορά την ουσία της λύσης, που – όπως περιγράφεται πιο πάνω – πρέπει να διασφαλίζει την εφαρμογή των αρχών και αξιών βάση των οποίων ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, την πλήρη εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη δημιουργία ενός κράτους με τέτοιες δομές που να εξασφαλίζουν επάξια και λειτουργική συμβολή στις Ευρωπαϊκές διαδικασίες (μια κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα, λύση βιώσιμη και λειτουργική κ.α.).

Γιατί όμως η Τουρκία – η οποία απέριττε κατά απόλυτο τρόπο την ιδέα της διεθνούς διάσκεψης – υιοθέτησε την πρόταση και την προβάλλει δυναμικά; Είναι ολοφάνερο, ότι οι διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες της πρώτης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετίας, δεν έχουν σχέση με την εποχή του ψυχρού πολέμου και του διπολισμού. Σε συνθήκες πλήρους παγκοσμιοποίησης, Νέας Τάξης πραγμάτων και Pax Americana και λόγω και της ανεπάρκειας των πολιτικών που ακολούθησε η Κύπρος και η Ελλάδα , η Τουρκία και οι σύμμαχοι της δεν έχουν πλέον κανένα λόγο να φοβούνται από την ανάμιξη και άλλων χωρών στο Κυπριακό. Εξάλλου οι Τούρκοι, αναγνωρίζοντας το στρατηγικό τους πλεονέκτημα, δεν έχουν πλέον κανένα να φοβούνται, εάν αυτός προσεγγίζει το Κυπριακό ως μεσολαβητής, ή (ακόμα καλύτερα) ως επιδιαιτητής. Προτείνουν λοιπόν διεθνή διάσκεψη ή πολυμερή και δεν θα εκπλαγούμε να αποδεχτούν ακόμα και την πρόταση όπως τη διαμόρφωσε ο Πρόεδρος Χριστόφιας, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει ένα πολύ «δύσκολο» σημείο γι' αυτούς, εκείνο της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αυτό ακριβώς είναι το πιο «δυνατό χαρτί» στην πρόταση του Προέδρου Χριστόφια και αποτελεί μια (ως ένα βαθμό) ασφαλιστική δικλείδα. Όμως η αποδοχή της ανάλογης και ισότιμης αντιπροσώπευσης των δύο κοινοτήτων, δίνει μια διέξοδο στην Τουρκία που εάν έχει την πολιτική τόλμη να την αξιοποιήσει, θα την οδηγήσει σε ότι προφανώς επιδιώκει: Στην πολιτική ισότητα ανάμεσα στις περιφέρειες και την «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία». Η πρόταση Χριστόφια οδηγεί την Κύπρο σε μια διεθνή διάσκεψη με αμφίβολες δυνατότητες επιτυχίας και με δεδομένη τη διεθνή αναβάθμιση των δύο πλευρών. Ακόμα και εάν δεν γίνει αποδεκτή η πρόταση, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος εισηγήθηκε την ισότιμη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις δύο κοινότητες στη διεθνή διάσκεψη, πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα στη συζήτηση στο κεφάλαιο των αρμοδιοτήτων της Ομοσπονδίας (ιεράρχηση εξουσιών κλπ).

Ένα άλλο ζήτημα που αφορά τη Διεθνή Διάσκεψη είναι και ο χρόνος σύγκλησης. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας στην πρόταση του αναφέρεται: «όταν βρεθούν σε ακτίνα συμφωνίας στα υπόλοιπα θέματα στις διαπραγματεύσεις». Αυτό τι σημαίνει ακριβώς; Ποιος θα αποφασίσει ότι έχει επιτευχθεί ικανοποιητική προσέγγιση; Οι δύο ηγέτες; Θα αποδεχθούν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο; Μήπως θα αναγκαστούμε να αποδεχθούμε μια μορφή επιδιαιτησίας;

Τέλος, υπάρχει μια ασάφεια στο θέμα των εποίκων. Ο Πρόεδρος και κάποιοι από τους συνεργάτες του, όταν αναφέρονται στα θέματα που αφορούν τη διεθνή πτυχή, συχνά αναφέρουν και το θέμα του εποικισμού. Πιστεύουμε ότι είναι πολύ ορθή αναφορά αφού αφορά μια σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως πρέπει να διευκρινιστεί ποιες πτυχές του προβλήματος συζητούνται μεταξύ των δύο ηγετών (εάν συζητούνται αφού οι Τούρκοι αρνήθηκαν τη συζήτηση αυτού του κεφαλαίου) και ποιες θα αφεθούν για τη «διεθνή διάσκεψη».

Συμπέρασμα:

Το παρόν διεθνές περιβάλλον καθιστά τη διεθνή διάσκεψη ιδιαίτερα επικίνδυνη για την Κύπρο και το λαό της. Ορθώς την έχουμε παρομοιάσει με ναρκοπέδιο, στο οποίο δυστυχώς ο Πρόεδρος ετοιμάζεται να μπει. Η Διεθνής Διάσκεψη με την ισότιμη παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δύο κοινοτήτων εμπεριέχει το σπόρο της συνομοσπονδίας. Είτε αποτύχει, είτε επιτύχει, μια τέτοια διάσκεψη θα δημιουργήσει μια κατάσταση ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων και της Κυπριακής Δημοκρατίας, στοιχείο καθαρά συνομοσπονδιακό. Εξάλλου και τα θέματα της Ασφάλειας πρέπει πρωτίστως να συζητηθούν και ή δυνατόν να συμφωνηθούν από τους συνομιλητές πριν οδηγηθούν σε Διεθνή Διάσκεψη. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε μια νέα κατάσταση συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, όπου οι «μεγάλες δυνάμεις» θα επιβάλουν στον Κυπριακό λαό τις δικές τους αποφάσεις.

Η διεθνής διάσκεψη μπορεί να γίνει μόνο αφού συμφωνηθούν όλα τα άλλα θέματα και κλείσουν οριστικά, και μόνο εάν τα θέματα της διεθνούς πτυχής συζητηθούν και δεν επέλθει συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Πρόταση Β: Αμμόχωστος – απευθείας εμπόριο

Η πρόταση του Προέδρου Χριστόφια για εφαρμογή του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Αμμόχωστο είναι μια θετική εξέλιξη και τη χαιρετίζουμε. Το θέμα της πρόταξης του θέματος της επιστροφής της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της είναι ένα θέμα που πολλές φορές συζητήθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο και υπήρχε συμφωνία ότι θα τίθετο επιτακτικά στις απευθείας συνομιλίες. Είναι επίσης γνωστό ότι ήδη ο Πρόεδρος απέστειλε σχετική επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και έχει ήδη εισηγηθεί την ανάληψη από κοινού της επιδιόρθωσης της παλιάς εντοιχισμένης πόλης της Αμμοχώστου, όπου και η Τουρκοκυπριακή συνοικία.

Η σύνδεση του θέματος της Αμμοχώστου με το απευθείας εμπόριο των Τουρκοκύπριων έγινε το 2006, επί προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Επρόκειτο για μια κατ' οικονομία πρόταση για να αποφευχθεί η εφαρμογή του λεγόμενου κανονισμού του απευθείας εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα κατεχόμενα. Δυστυχώς οι δυσκολίες του 2006 βρίσκονται ακόμα και πιο έντονα μπροστά μας. Αξίζει πάντως να αναφερθούμε στην αποτυχία της Κυπριακής Κυβέρνησης από το 2006 μέχρι σήμερα να καταφέρει να απενεργοποιήσει και παροπλίσει οριστικά το θέμα του απευθείας εμπορίου μέσα από τις πολλές ευκαιρίες που της δόθηκαν π.χ. έγκριση της Συνθήκης της Λισσαβόνας, Υποστήριξη Μπαρόζο, Αξιολόγηση της Τουρκικής Ένταξης 2006 κλπ.

Το γεγονός ότι εν έτη 2010 καλούμαστε να εξεύρουμε εναλλακτικές προτάσεις για να αντιμετωπιστεί η ενορχηστρωμένη από τους φίλους της Τουρκίας προσπάθεια έγκρισης του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο, πρέπει να μας προβληματίσει.

Παρόλα αυτά, όταν οι φίλοι της Τουρκίας, ακριβώς μετά τον Δεκέμβρη, αποφάσισαν να ενεργοποιήσουν τα σχέδια τους για έγκριση μέσω Ευρωκοινοβουλίου, του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο, είχαμε εισηγηθεί την άμεση ανάκληση της πρότασης της Κυπριακής Κυβέρνησης για τη χρήση του λιμανιού της Αμμοχώστου. Πιστεύουμε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Πέραν τούτου, η πρόταση όπως κατατέθηκε από τον Πρόεδρο Χριστόφια, έχει ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα. Προσφέρει ως έπαθλο στην Τουρκία τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κεφάλαια τα οποία δήλωσε τον Δεκέμβριο μονομερώς, ότι δεν θα επιτρέψει το άνοιγμα τους για πολιτικούς λόγους, που έχουν να κάνουν προφανώς με τη λύση του Κυπριακού (όπως προκύπτουν από τις υποχρεώσεις της Τουρκίας που πηγάζουν από το συμφωνημένο διαπραγματευτικό πλαίσιο).

Τα κεφάλαια που μονομερώς υποτίθεται έχει «παγώσει» η Κυπριακή Δημοκρατία τον Δεκέμβριο του 2009 είναι έξι στον αριθμό. Ας θυμηθούμε ότι άλλα είναι τα οκτώ κεφάλαια που ομόφωνα έχει παγώσει το άνοιγμα τους η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά ξεπαγώνουν μόλις η Τουρκία εφαρμόσει το Πρωτόκολλο της Άγκυρας. Θυμίζουμε επίσης, ότι ο Ερντογάν δήλωσε επανειλημμένα, πως με την εφαρμογή του λεγόμενου κανονισμού για απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα είναι διατεθειμένος να εφαρμόσει το πρωτόκολλο της Άγκυρας. Συνεπώς, εάν η Τουρκία κάνει μισό βήμα μπροστά, δεχτεί δηλαδή να ανοίξει τα λιμάνια της αφού αποδεχθεί την πρόταση Χριστόφια για εφαρμογή του απευθείας εμπορίου μέσω Αμμοχώστου, θα πάρει ως αντάλλαγμα το άνοιγμα των οκτώ κεφαλαίων συν τα έξι κεφάλαια που μονομερώς πάγωσε η Κύπρος. Δηλαδή, ουσιαστικά, εναπόκειται σήμερα στην Τουρκία με μια μόνο κίνηση να μας πάρει όλα τα Ευρωπαϊκά όπλα που διαθέτουμε και να ακυρώσει πλήρως την πολιτική που πρώτος χάραξε ο αείμνηστος Γιάννος Κρανιδιώτης. Αφήνουμε, μέσω της πρότασης για την Αμμόχωστο όπως την τροποποίησε ο Πρόεδρος Χριστόφιας, τη διακριτική ευχέρεια στην Τουρκία να μας αφοπλίσει πλήρως με ανταλλάγματα την αποφυγή της έγκρισης κανονισμού για απευθείας εμπόριο μέσω των κατεχομένων λιμανιών και αεροδρομίων (αλλά θα γίνεται μέσω της Αμμοχώστου) και τη δυνατότητα σε κάποιο μελλοντικό στάδιο να επιστρέψουν οι νόμιμοι κάτοικοι στην πόλη. Διότι οι Τούρκοι θα πάρουν επίσης την άμεση έναρξη των εργασιών επιδιόρθωσης της παλιάς πόλης ενώ το πρόγραμμα ανοικοδόμησης της Αμμοχώστου (ελληνικός τομέας) δεν περιλαμβάνεται στην πρόταση.

Στο σημείο αυτό έχουμε υποχρέωση να καταθέσουμε τη δυσαρέσκεια μας για τον τρόπο που η Κυβέρνηση αντιμετώπισε την πρόταση του Έλληνα Ευρωβουλευτή των Πρασίνων κ. Τρεμόπουλου για ανοικοδόμηση της Αμμοχώστου με βάση τις νέες αντιλήψεις για «οικολογική πόλη». Η πρόταση για μια «Οικολογική Αμμόχωστο» εάν υιοθετείτο από την κυβέρνηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρό προβληματισμό στους Ευρωπαίους Πράσινους, οι οποίοι δυστυχώς – παρά τα επανειλημμένα διαβήματα μας – αποτελούν μια από τις ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου, οι οποίες προωθούν την έγκριση του λεγόμενου κανονισμού του απευθείας εμπορίου.

Δύο επιπλέον εργαλεία πιέσεως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να ανατραπούν τα σχέδια των φίλων της Τουρκίας για έγκριση του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο, αποτελούν τα δικαστικά μέτρα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η εφαρμογή του δικαιώματα αρνησικυρίας επί του συνόλου των κεφαλαίων της Τουρκίας.

Συμπέρασμα:

Ορθώς ο Πρόεδρος Χριστόφιας έχει επαναφέρει την πρόταση για επιστροφή της πόλης της Αμμοχώστου και επανεγκατάσταση των νομίμων κατοίκων της, καθώς και το άνοιγμα του λιμανιού της πόλης. Η πρόταση αυτή πρέπει να συνδέεται μόνο με την άρση του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο και όχι με περαιτέρω υποχωρήσεις που αφορούν το άνοιγμα κεφαλαίων της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Η επιδιόρθωση της εντοιχισμένης πόλης πρέπει να συνδεθεί με την άμεση έναρξη εργασιών ανοικοδόμησης του Ελληνικού τμήματος της πόλης με βάση οικολογικά σχέδια. Εννοείται ότι η εφαρμογή της πρότασης αυτής θα γίνει κατά τρόπο που να διαφυλάσσονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πρόταση Γ: Διασύνδεση περιουσιακού – εδαφικού – εποίκων

Είναι αλήθεια ότι το περιουσιακό (που για μας συνεπάγεται τον πλήρη σεβασμό και εφαρμογή του δικαιώματος ιδιοκτησίας σε ολόκληρη την Κύπρο για όλους τους Κύπριους), είναι ένα από τα πιο δύσκολα θέματα των συνομιλιών. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι είναι ένα από τα πιο βασικά, διότι επηρεάζει τη βιωσιμότητα της επιδιωκόμενης λύσης (σε όλα τα στάδια, από την αποδοχή της από το λαό, μέχρι την εφαρμογή της). Ο Πρόεδρος Χριστόφιας έχει την υποστήριξη όλων των κομμάτων όταν επιμένει στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών. Ξέρουμε ότι οι Τούρκοι, αν και αναγνωρίζουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των νομίμων ιδιοκτητών, θεωρούν ότι αυτά μπορεί και πρέπει να ικανοποιηθούν μέσω της ανταλλαγής και της αποζημίωσης. Πέραν των πρακτικών προβλημάτων που μπορούν να προταχθούν ως αντίλογος στις Τουρκικές θέσεις (π.χ. τεράστιο κόστος των αποζημιώσεων), αποτελεί αναντίλεκτη διαπίστωση ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας αντίκειται σε διεθνείς και Ευρωπαϊκές συνθήκες περί ανθρώπινων δικαιωμάτων, αποφάσεις του ΟΗΕ (ακόμα και πρόσφατες 2002/30, 2005/21) και στις αρχές στις οποίες στηρίζεται η ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ότι οι Τούρκοι δεν αποδέχονται την εφαρμογή των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων (συμπεριλαμβανομένης της τέταρτης διακρατικής προσφυγής της Κύπρου κατά της Τουρκίας) και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν πρέπει κατ' ανάγκην να μας οδηγεί σε μια απέλπιδα (και ούτως ή άλλως αναποτελεσματική) προσπάθεια αναζήτησης εναλλακτικών οδών προσέγγισης των απαράδεκτων και παράλογων Τουρκικών προτάσεων. Όσοι θεωρούν ότι οι πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επηρεάζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας, σε βαθμό που να καθιστούν τη διεκδίκηση του επισφαλή, παραπλανούν ως προς την ουσία αυτών των αποφάσεων. Σύμφωνα με απόψεις έγκριτων νομικών διεθνούς κύρους και αναγνώρισης, οι αποφάσεις αυτές δεν καταργούν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των νόμιμων ιδιοκτητών. Άποψη μας είναι ότι η Κυπριακή πλευρά διαθέτει όλα τα νομικά και λογικά επιχειρήματα για να πείσει ότι δεν μπορεί να επέλθει λύση στο περιουσιακό εάν δεν εφαρμοστούν πλήρως τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των νόμιμων ιδιοκτητών και γίνουν σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι σαφές ότι είναι οι Τούρκοι που πρώτα συνδέουν (εμμέσως) το περιουσιακό με το εδαφικό. Η διασύνδεση αυτή γίνεται μέσω της απαίτησης τους να εξασφαλιστεί ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της «Τουρκοκυπριακής ζώνης» θα είναι Τούρκοι (κατά το σύνταγμα τους επί σχεδίου Ανάν «να έχουν ως μητρική γλώσσα την Τουρκική»). Στην αντίληψη των Τούρκων όντως τα τρία θέματα είναι συνδεδεμένα γιατί προφανώς η «καθαρότητα» της Τουρκοκυπριακής ζώνης συναρτάται από την έκταση του εδάφους της, τον αριθμό των εποίκων και εάν θα επιτραπεί (και με κάποιον τρόπο), η επιστροφή των Ελληνοκύπριων προσφύγων (δυστυχώς το δικαίωμα επιστροφής συναρτάται με το δικαίωμα περιουσίας, πράγμα κατά την άποψη μας, τελείως λανθασμένο).

Αν συναινέσουμε έστω και σε μέρος των Τουρκικών αντιλήψεων σε αυτά τα θέματα, κάνουμε ακόμα ένα βήμα προς τη συνομοσπονδία και την επώδυνη διχοτόμηση.

Η διασύνδεση του περιουσιακού με τα θέματα των εποίκων και το εδαφικό, εμπεριέχει τον κίνδυνο της αποδοχής της διχοτομικής αντίληψης των Τούρκων περί εγγυημένων πλειοψηφιών. Κατ' αρχήν επιβάλλεται να τοποθετηθεί η Κυπριακή ηγεσία κατά τρόπο ξεκάθαρο επί του θέματος των εγγυημένων πλειοψηφιών και να απορρίψει ασυζητητί αυτήν την Τουρκική αντίληψη. Έπειτα πρέπει να διασφαλιστεί ότι δεν θα μπούμε σε ένα πρόωρο πάρε δώσε που θα οδηγήσει σε εκπτώσεις στα θέματα της εφαρμογής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας έναντι εδαφικών ανταλλαγμάτων. Θα μπορούσε για παράδειγμα να αποδεχθούμε ότι οι Κερυνειώτες θα αποποιηθούν του δικαιώματος επιστροφής επειδή η Καρπασία θα περάσει στην «Ελληνοκυπριακή Πολιτεία»; Το ερώτημα δεν είναι υποθετικό. Πολλοί – κατά καιρούς – υποστήριξαν ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην αποκόμιση μέσω των διαπραγματεύσεων, περισσότερων ωφελημάτων στο εδαφικό, με αντάλλαγμα παραχωρήσεις στα κεφάλαια της διακυβέρνησης, της κατανομής εξουσιών και της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσοι υποστηρίζουν τέτοιου είδους ιδέες, κατευθύνονται από την κασανδρική πρόβλεψη ότι το εγχείρημα της Ενωμένης Κύπρου θα αποτύχει, άρα αυτό που θα μας μείνει στο τέλος θα είναι το έδαφος (σταθερή αξία). Εμείς όχι μόνο διαφωνούμε πολιτικά μ' αυτές τις ιδέες αλλά θεωρούμε ότι είναι και ανεδαφικές (π.χ. ένα βελούδινο διαζύγιο δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη το σεβασμό των «συνόρων»). Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι απ' αυτήν την ανάλυση (και από τις εμπειρίες του παρελθόντος), είναι η διαπίστωση πως οι «εδαφικές αναπροσαρμογές» είναι οι τελευταίες που συμφωνούνται και οι τελευταίες που τίθενται σε εφαρμογή. Πιο απλά, εάν παρελπίδα μπούμε στη λάθος διαδικασία να ανταλλάξουμε την αποδοχή περιορισμών στα δικαιώματα ιδιοκτησίας με έδαφος, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι παραχωρήσεις (ή υποχωρήσεις) μας θα έχουν άμεση ισχύ, ενώ τα ωφελήματα (δηλ. το έδαφος) θα μείνουν για το τέλος (ίσως και για μετά τη λύση).

Μέσα από μια έρευνα της διεθνούς βιβλιογραφίας στην προσπάθεια αναζήτησης των ιστορικών προηγούμενων, επιβεβαιώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις (Παλαιστινιακό, Βοσνιακό, Ινδο-Πακιστανική διένεξη κλπ) το δικαίωμα της ιδιοκτησίας έτυχε περιορισμών, συνδεόμενο με το εδαφικό. Η χάραξη «συνόρων» (μεταξύ κρατών ή ζωνών), οδήγησε ανθρώπους σε μόνιμη προσφυγιά, κάτι που – νομίζουμε – δεν θέλει κανένας από την Κυπριακή ηγεσία.

Συνεπώς πιστεύουμε ότι η διασύνδεση περιουσιακού – εδαφικού, εμπεριέχει σοβαρά και κρίσιμα μειονεκτήματα. Στη δική μας αντίληψη υπάρχει μόνο ένα πλεονέκτημα ουσίας και ένα επικοινωνιακό. Το πλεονέκτημα ουσίας αφορά τη διαπίστωση ότι εάν αποδεχτούν οι Τούρκοι το τρίπτυχο Χριστόφια θα αναγκαστούν να καταθέσουν προτάσεις στο εδαφικό, κάτι που το αποφεύγουν επιμελώς διαχρονικά και επίμονα. Το επικοινωνιακό επιχείρημα είναι ότι η πρόταση της διασύνδεσης οδηγεί σε επιτάχυνση των συνομιλιών, γεγονός που διευκολύνει τη διαχείριση των πιέσεων του επερχόμενου «καυτού φθινοπώρου».

Όμως, αξίζει να μπούμε σε τόσους σοβαρούς κινδύνους – χωρίς διασφαλίσεις – με μόνο αντάλλαγμα κάποια επικοινωνιακά κέρδη;

Όσον αφορά το θέμα των εποίκων, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, συνδέεται με το περιουσιακό – εδαφικό μόνο εάν υιοθετήσουμε συνομοσπονδιακές αντιλήψεις περί «εγγυημένων πλειοψηφιών». Εμείς θεωρούμε ότι είναι ένα πολύ σοβαρό αυτοτελές θέμα, θέμα το οποίο θα έπρεπε να συζητηθεί στα πλαίσια ξεχωριστού κεφαλαίου (ο Πρόεδρος το αναφέρει κάποτε και ως μέρος της διεθνούς πτυχής με την οποία θα ασχοληθεί η Διεθνής Διάσκεψη).

Αυτό που πρωτίστως πρέπει να γίνει με το θέμα των εποίκων είναι να επιχειρηθεί η επαναδιατύπωση της πρότασης / προσφοράς του Προέδρου Χριστόφια για παραμονή 50.000 εποίκων μετά τη λύση του Κυπριακού. Η τακτική επαναδιατύπωσης πρέπει κατά την άποψη μας να περιλαμβάνει όρο ότι κανένας έποικος θα μπορεί να συμμετάσχει στο δημοψήφισμα για τη λύση του Κυπριακού, όπως δυστυχώς έγινε το 2004, διότι παραβιάζεται η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως εκφράζεται μέσω της διαδικασίας του δημοψηφίσματος (αυτή ήταν και η περίπτωση της Δυτικής Σαχάρας και του Ανατολικού Τιμόρ). Πιο πρόσφατα η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ εξετάζοντας την υπόθεση Gillot vs France, αποφάσισε ότι ορθώς η Γαλλία απέκλεισε από το δημοψήφισμα για την έγκριση της Συνθήκης της Λισσαβόνας, αλλοδαπούς που κατοικούσαν προσωρινά στη χώρα. Ζητήσαμε όπως το θέμα τύχει διεξοδικής διερεύνησης και ενημερωθεί σχετικά το Εθνικό Συμβούλιο, κάτι δυστυχώς που δεν έγινε. Επαναφέρουμε την πρόταση μας και ζητούμε όπως διερευνηθεί διεξοδικά το θέμα της συμμετοχής των εποίκων σε διαδικασίες αυτοδιάθεσης όπως το δημοψήφισμα.

Βεβαίως, πριν απ' αυτό – εμείς λέμε άμεσα – θα πρέπει να απαιτηθεί κατά τρόπο απόλυτο και αποτελεσματικό, η διεθνής απογραφή του γηγενούς πληθυσμού στα κατεχόμενα. Τούτο αποτελούσε και πρόνοια του κοινού ανακοινωθέντος του Εθνικού Συμβουλίου το Σεπτέμβριο 2009 αλλά ουδέν έγινε προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Υπενθυμίζουμε ότι στο κοινό ανακοινωθέν του Εθνικού Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου υπήρχε η εξής αναφορά: «Πριν από τη λύση να διενεργηθεί απογραφή πληθυσμού από αξιόπιστο διεθνή οργανισμό. Το Εθνικό Συμβούλιο στηρίζει τη θέση και τις προσπάθειες που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταβάλλει στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, για την επείγουσα ανάγκη απογραφής πληθυσμού, ιδιοκτησίας και χρήσης γης. Επίσης, στηρίζει τις προσπάθειες του Προέδρου να επιδιωχθεί μορατόριουμ στην εκμετάλλευση προσφυγικών περιουσιών και στην απόδοση της λεγόμενης ιθαγένειας του ψευδοκράτους».

Δεν αρκεί να τεθεί το θέμα στις διαπραγματεύσεις. Εμείς προτείνουμε να γίνει διεθνής εκστρατεία γι' αυτό το θέμα. Να αναδειχθεί έτσι η νομική και πολιτική πτυχή του εγκλήματος του εποικισμού της Κύπρου από την Τουρκία και να αναγκαστεί η Τουρκία να αποδεχτεί την απογραφή. Ζητούμε από τον Πρόεδρο Χριστόφια να απευθυνθεί γραπτώς προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και τους αρχηγούς κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να εξηγήσει την πρόταση του για τον εποικισμό και την απογραφή των εποίκων.

Σημειώνεται ότι στο θέμα των εποίκων υπάρχουν πολλές δυνατότητες συνεργασίας με φορείς της Τουρκοκυπριακής κοινότητας που δίκαια ανησυχούν για τον εποικισμό.

Τέλος μπορεί να μελετηθεί και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο με επίκληση του άρθρου 96 του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και να ζητηθεί συμβουλευτική γνώμη (advisory opinion) όπως έπραξαν και οι Παλαιστίνιοι κατά του Ισραήλ για την κατασκευή του διαχωριστικού τείχους στην Δυτική όχθη.

Συμπέρασμα:

Η διασύνδεση των θεμάτων περιουσιακό – εδαφικό – έποικοι, δεν μπορεί από μόνη της να είναι θετική για το Κυπριακό. Αντίθετα εντοπίζονται σοβαροί κίνδυνοι και παγίδες. Η πρόταξη του θέματος των εποίκων και η ανάδειξη των νομικών πραγματικοτήτων καθώς και των αριθμητικών παραμέτρων που το συνιστούν είναι μια επείγουσα προτεραιότητα που προηγείται.

Τελικό συμπέρασμα:

Το τρίπτυχο των προτάσεων του Προέδρου Χριστόφια όπως τίθεται ενώπιον μας – λόγω των πολλών μειονεκτημάτων που έχουμε εντοπίσει – δεν μπορεί να αποτελέσει ένα ασφαλές πλαίσιο για επίτευξη της ενότητας κομμάτων και λαού. Επιβάλλεται να τύχει δραστικών τροποποιήσεων ώστε να γίνει πιο ασφαλές και λειτουργικό.

Η απόρριψη των προτάσεων από τους Τούρκους δεν μειώνει ποσώς την αξία του τρίπτυχου ούτε αντιστοίχως την κριτική μας. Η στάση των Τούρκων ή των φίλων μας (π.χ. Ελλάδα, Ρωσία) δεν αποτελεί πάντα τον καλύτερο οιωνό για την ποιότητα μιας πρότασης (βλ. σχέδιο Ανάν, Συμφωνία Νέας Υόρκης για επιδιαιτησία κλπ). Συνεπώς επιβάλλεται να αντιμετωπίσουμε κριτικά το τρίπτυχο των προτάσεων, χωρίς παρωπίδες και προκαταλήψεις και πάντα με βάση μια επιστημονική και πολιτική θεώρηση του Κυπριακού.

4) Σχέδιο Β': Απευθείας Διαπραγματεύσεις

Αρκετοί πολιτικοί και κόμματα έχουν αναφερθεί κατά καιρούς στην ανάγκη να επεξεργαστούμε ένα εναλλακτικό Σχέδιο Δράσης Β' το οποίο να λειτουργεί (κατά την άποψη μας), παράλληλα στις απευθείας διαπραγματεύσεις, κατά τρόπο που να τις υποστηρίζει και να τις διευκολύνει. Δυστυχώς η πρόταση για Σχέδιο Β' αντιμετωπίζεται σταθερά αρνητικά από τον Πρόεδρο, ο οποίος φαίνεται ότι ατυχώς την ερμηνεύει ως τροχοπέδη των απευθείας συνομιλιών και ως έκφραση δυσπιστίας. Η δική μας πρόταση είναι συγκεκριμένη και έχει ήδη κατατεθεί επανειλημμένα στο Εθνικό Συμβούλιο και συνιστά – κατά την άποψη μας – ένα εφικτό εργαλείο χάραξης τακτικής μέσα στο δοσμένο πλαίσιο στρατηγικής πολιτικής και επιλογών της Κύπρου.

Πιστεύουμε ότι η Τουρκία θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση αν η Κύπρος προτείνει απευθείας διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα. Αυτή η πρόταση κατά την άποψη μας αποτελεί και τη μόνη ουσιαστική διέξοδο, η οποία μπορεί να μας απεγκλωβίσει από τις πιέσεις για σύγκληση Διεθνούς Διάσκεψης και καλούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τη θέσει σε εφαρμογή.

Η πρόταση μας συνάδει απόλυτα με την πάγια θέση της Κυπριακής Κυβέρνησης ότι το Κυπριακό είναι πρωτίστως θέμα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παραβίασης των διεθνών νόμων και ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών από την Τουρκία. Συνάδει επίσης η πρόταση μας με τις υποχρεώσεις της Τουρκίας που προκύπτουν από το διαπραγματευτικό πλαίσιο με την Ευρωπαϊκή Ένωση όπου σαφώς αναφέρεται ότι η Τουρκία οφείλει να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τους γείτονες της, με τους οποίους οφείλει να διατηρεί καλές σχέσεις. Ταιριάζει επίσης η πρόταση μας με την πολυδιαφημιζόμενη πολιτική Νταβούτογλου για μηδενικά προβλήματα της Τουρκίας με τις γειτονικές της χώρες. Δίνει απάντηση στους προβληματισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ σε σχέση με την ένταξη της Κύπρου και Τουρκίας στους ευρύτερους και περιφερειακούς μηχανισμούς ασφάλειας και δίνει επιτέλους μια μακροχρόνια θετική προοπτική στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι η Κύπρος οφείλει να διευρύνει την εμπλοκή της στις Ευρώ-Τουρκικές σχέσεις. Θέματα που αφορούν την Ενέργεια (αγωγοί, πυρηνικά εργοστάσια, αποκλειστική οικονομική ζώνη, FIR, Δίκαιο της Θάλασσας κ.α.) πρέπει να αναδειχθούν δυναμικά.

Η τωρινή συγκυρία είναι πολύ διαφορετική από την προ εικοσαετίας ανάλογη πρόταση (κυβέρνηση Γ. Βασιλείου). Η βασική ειδοποιός διαφορά αναφέρεται στο γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ η Τουρκία είναι αιτήτρια για ένταξη συνεχίζοντας να κατέχει μέρος της κυπριακής (δηλ. ευρωπαϊκής) επικράτειας. Πολλοί μας ερωτούν ποιά η χρησιμότητα αυτής της πρότασης δεδομένης της άρνησης της Τουρκίας και του Τούρκου Πρωθυπουργού να συναινέσει σε κάτι τέτοιο. Βέβαια και μόνο η άρνηση της Τουρκίας, η ανάδειξη της αρνητικής της θέσης έναντι των ψηφισμάτων του ΟΗΕ από το 1963, η ανάδειξη της απόφασης του ΟΗΕ για το ψευδοκράτος και η κατάφωρη παραβίαση τους από την Τουρκία, θα έχει ένα σαφές κόστος που η Τουρκία θα κληθεί να το πληρώσει (παραμένοντας έτσι ένα βήμα πίσω από την Κύπρο και τον Πρόεδρο Χριστόφια).

Εάν ο Τούρκος πρωθυπουργός αρνηθεί να συναντηθεί με ένα ηγέτη αναγνωρισμένης χώρας των Ηνωμένων Εθνών (θυμίζουμε ότι αυτή την περίοδο η Τουρκία προεδρεύει του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς την οποία προσβλέπει να ενταχθεί, ηγέτη που τον συναντά σε πάρα πολλές διεθνείς ή Ευρωπαϊκές συνάξεις και παρακάθεται μαζί του σε συνεδριάσεις και συνεστιάσεις, θα βρεθεί πολύ εκτεθειμένος και σίγουρα θα πληγεί η εικόνα της «ειρηνικής» Τουρκίας (πόσο μάλλον που υπάρχουν και πρακτικές λύσεις όπως οι εκ του σύνεγγυς επαφές τις οποίες δεν θα μπορεί να τις αρνηθεί).

Αλλά, στο σημείο αυτό θέλουμε να σχολιάσουμε και το επιχείρημα περί του ανέφικτου της πρότασης μας. Ο Πρόεδρος προφανώς ήξερε από το πρώτο λεπτό που έκανε την εξαγγελία για το τρίπτυχο προτάσεων ότι δεν θα γινόταν αποδεκτό από το Έρογλου και την Τουρκία. Το ήξερε γιατί και οι τρεις προτάσεις έχουν ήδη κατατεθεί – ξεχωριστά και κατά καιρούς – και έχουν ήδη απορριφθεί από τους Τούρκους. Άρα με το κριτήριο του «ρεαλισμού», το τρίπτυχο του Προέδρου κινείται στο χώρο του ανέφικτου. Οι Τούρκοι γίνονται πιστευτοί όταν διατείνονται ότι έγινε για επικοινωνιακούς λόγους προκειμένου να προσθέσει επιχειρήματα κατά της εφαρμογής των απειλών των φίλων της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του ΟΗΕ περί απευθείας εμπορίου και επιδιαιτησίας.

Όμως γιατί οι ανέφικτες προτάσεις του Προέδρου είναι λιγότερο ανέφικτες από την πρόταση για απευθείας διαπραγματεύσεις με την Τουρκία; Μάλιστα αυτή η πρόταση δεν έχει κανένα μειονέκτημα. Είναι μια πρόταση που το μόνο μειονέκτημα της – μας λένε –είναι ότι είναι ανέφικτη γιατί οι Τούρκοι θα την απορρίψουν (όπως δηλαδή και το τρίπτυχο του Προέδρου).

Όμως η απόρριψη των προτάσεων του Προέδρου δεν στοιχίζει (και δεν στοίχισε) τίποτα στους Τούρκους. Προτάσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι φυσικό να κατατίθενται (και έτσι γίνεται) κατά καιρούς και από τις δύο πλευρές και δεν είναι η πρώτη φορά που και ο Πρόεδρος Χριστόφιας απέρριψε προτάσεις των Τούρκων.

Αντίθετα η πρόταση για απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ Κύπρου – Τουρκίας, που θα ασχοληθούν με το σύνολο των προβλημάτων που αφορούν τις δύο χώρες (αλλά αφορούν και πολλούς άλλους π.χ. Κυπριακό, Ένταξη Τουρκίας, σχέσεις ΝΑΤΟ – Ευρωπαϊκής Ένωσης, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη κ.α.) και θα αρχίσουν με μια συνάντηση κορυφής Χριστόφια – Ερντογάν, φέρνει την Τουρκία ενώπιον των ευθυνών της.

Μάλιστα μπορούμε με τη σειρά μας να θέσουμε χρονοδιάγραμμα αποδοχής της εισήγησης μας γι' αυτήν την πρόταση επίλυσης του Κυπριακού (και των άλλων ζητημάτων) μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου.

Αν καταφέρουμε να πείσουμε φίλους ηγέτες μεγάλων χωρών (ή και πρώην ηγέτες) ή άλλες προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας να μεσολαβήσουν για μια τέτοια συνάντηση, τότε πράγματι η Τουρκία θα βρεθεί εκτεθειμένη και η Κύπρος ένα βήμα μπροστά. Πρόκειται δηλαδή για μια πρόταση, που ενώ κάποιοι τη θεωρούν ανέφικτη, μπορεί να έχει σαφή πλεονεκτήματα για την υπόθεση της Κύπρου.

Ζητούμε συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο να απευθύνει επιστολή στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, στους ηγέτες των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στους μεγάλους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ίσως και σε άλλες προσωπικότητες διεθνούς κύρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να μεσολαβήσουν προς τον Τούρκο πρωθυπουργό και να φιλοξενήσουν μια τέτοια συνάντηση κορυφής.

5) Επίλογος

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταθέτουμε τις πιο κάτω συγκεκριμένες εισηγήσεις:

1. Δέσμευση ενότητας που να περιλαμβάνει μορατόριουμ αντιπαραθετικών δηλώσεων. Στο πλαίσιο αυτό ο Πρόεδρος θα συμβουλεύεται το Εθνικό Συμβούλιο πριν καταθέτει προτάσεις και κυρίως πριν τις εξαγγείλει δημόσια.
2. Επανεξέταση των προτάσεων για εκ περιτροπής προεδρία με σταθμισμένη ψήφο. Λειτουργία υποεπιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου για το κεφάλαιο της διακυβέρνησης με συμμετοχή συνταγματολόγων.
3. Εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τεχνικό επίπεδο στις απευθείας συνομιλίες.
4. Αποτροπή της έγκρισης του λεγόμενου κανονισμού για το απευθείας εμπόριο με πρόταξη της πρότασης για το λιμάνι Αμμοχώστου. Σε αντίθετη περίπτωση, άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας σε ΟΛΑ τα κεφάλαια της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Να μελετηθούν τα δικαστικά μέτρα μέσω του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
5. Τροποποίηση των προτάσεων του τρίπτυχου κατά τρόπο που να γίνονται ασφαλείς και να αποφεύγονται γκρίζες περιοχές.
6. Πρόταξη του θέματος των εποίκων. Διεθνής κινητοποίηση για ανεξάρτητη απογραφή του πληθυσμού και των περιουσιών στα κατεχόμενα. Επαναδιατύπωση και επεξήγηση της πρότασης για 50.000 εποίκους.
7. Προώθηση της πρότασης για απευθείας διαπραγμάτευση Κύπρου – Τουρκίας. Πρόσκληση σε διεθνείς οργανισμούς και προσωπικότητες να αναλάβουν ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Κύπρου – Τουρκίας.
8. Αναβάθμιση της παρέμβασης της Κύπρου στη διαδικασία των Ευρώ-Τουρκικών σχέσεων.